Η ΕΥΡΩΠΗ σήμερα πλήττεται από μια σοβαρότατη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση και το γεγονός αυτό θα έχει αναπόφευκτες συνέπειες για την υγεία και την ευημερία των πολιτών της. Παρ'Α ότι αληθεύει ότι η οικονομική κατάσταση ενδέχεται να διευρύνει περαιτέρω το χάσμα που υφίσταται ως προς τα αποτελέσματα στον τομέα της υγείας, εντούτοις το γεγονός αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για τη μη προσαρμογή των πολιτικών κατά τρόπο ο οποίος να καθιστά δυνατή την καλύτερη διευθέτηση των ανισοτήτων. Η αποτυχία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων παγκοσμίως υποχρεώνει τα κράτη - μέλη, τις περιφέρειες και τις περιοχές να επανεξετάσουν την προσέγγισή τους για την οικοδόμηση βιώσιμων κοινοτήτων. Οι πολιτικές που εστιάζονται υπερβολικά στην οικονομική ευημερία μπορούν να οδηγήσουν σε ανισότητες στον τομέα της υγείας. Αν και οι οικονομικές δυσχέρειες δύνανται να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της οικονομικής ευημερίας, αυτό δεν αποτελεί ωστόσο εμπόδιο για την παροχή μεγαλύτερης προτεραιότητας στον περιορισμό των ανισοτήτων στην οικονομία, την κοινωνία και την υγεία. Η Επιτροπή έχει πλέον την ευκαιρία, στο πλαίσιο του ΠΠ7 και του δημοσιονομικού σχεδιασμού, να επανεξετάσει τις προτεραιότητες και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στα μέτρα που αποσκοπούν στην καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Οι τρέχουσες οικονομικές δυσχέρειες υποδηλώνουν ότι η οικονομική διάσταση των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και ο οικονομικός αντίκτυπος ενός υγιούς πληθυσμού προσλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης είναι σημαντικοί εργοδότες και οι οποίοι κατά συνέπεια παράγουν οικονομική ευημερία μέσω διαφόρων συνδεδεμένων τομέων, όπως η έρευνα και η καινοτομία στον τομέα της υγείας, με την εμφάνιση σημαντικών ευκαιριών στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Συγχρόνως, η απώλεια μελών του εργατικού δυναμικού εξαιτίας πρόωρου θανάτου και αναπηρίας συνεπάγεται μείωση της παραγωγικότητας και αύξηση της πίεσης που ασκείται στα συστήματα κοινωνικής υποστήριξης.
Οι ανισότητες στον τομέα της υγείας αποτελούν πρόκληση για την κοινωνία και για το κράτος δικαίου έναντι της αλληλεγγύης, της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ίσων ευκαιριών Η Ευρώπη σήμερα οφείλει να υποστηρίξει με αποφασιστικότητα και να συμπληρώσει τις προσπάθειες των κρατών - μελών για την καταπολέμηση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας στην Ευρωπαϊκή Eνωση. Η αναγνώριση του εύρους της πρόκλησης που συνιστά η ύπαρξη τεράστιων ανισοτήτων στον τομέα της υγείας, τόσο μεταξύ των κρατών - μελών όσο και στο εσωτερικό τους, είναι σημαντική. Το πρόβλημα των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο θέμα που εξαρτάται από πολλούς και διάφορους παράγοντες, ειδικότερα όσον αφορά τα εξής: την αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ανισότητες μπορούν να κάνουν την εμφάνισή τους σε όλα τα επίπεδα, από το ευρωπαϊκό έως το συνοικιακό, τον ρόλο της κοινωνικής διαβάθμισης και τη στενή σχέση μεταξύ υγείας και ευημερίας, τις συνέπειες για την υγεία των ευάλωτων και των κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων και τέλος, διαφοροποιούμενες επιπτώσεις των αποφάσεων κοινωνικής πολιτικής στην παροχή υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής υποστήριξης.
Η πρόταση οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των ασθενών στη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη –εφόσον τεθεί σε εφαρμογή– θα αξιολογήσει πλήρως και ενδελεχώς τον αντίκτυπο των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας. Λαμβανομένης υπόψη της έμφασης που δίδει το άρθρο 168 της ΣΛΕΕ στη βελτίωση των υγειονομικών υπηρεσιών στις παραμεθόριες περιοχές, θα υποστηριχθούν οι όμορες περιφέρειες των διαφόρων κρατών - μελών με στόχο την προώθηση εθελοντικών ρυθμίσεων για τη μείωση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας σε διασυνοριακό επίπεδο. Ωστόσο, κατά την άποψη διαφόρων κρατών και εμπειρογνωμόνων, οι ρυθμίσεις για τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη σε ευρύτερη κλίμακα θα πρέπει να χρήζουν προσεκτικής αξιολόγησης προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η διασυνοριακή μετακίνηση των ασθενών δεν ευνοεί τις ομάδες που επωφελούνται ήδη υγειονομικής περίθαλψης εις βάρος άλλων ομάδων, οξύνοντας κατ'Α αυτόν τον τρόπο τις ανισότητες στον τομέα της υγείας. Απαιτείται να αναληφθεί σαφής δέσμευση έναντι όλων των περιφερειών, σύμφωνα με την οποία οι διασυνοριακές ρυθμίσεις θα διασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων των ευάλωτων ομάδων και των ομάδων με χαμηλές επιδόσεις στον τομέα της υγείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα δικαιώματα των εν λόγω ομάδων βρίσκονται σε ανταγωνισμό για την απόκτηση πόρων υγειονομικής περίθαλψης. Η πρόσβαση στη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη θα πρέπει να εξασφαλίζεται μόνον με εκ των προτέρων έγκριση, κατά τρόπο ώστε τα άτομα με χαμηλά εισοδήματα να έχουν ισότιμη πρόσβαση στις σχετικές υπηρεσίες.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναγνωριστεί και ο ρόλος που δύναται να διαδραματίσει η Κοινή Γεωργική Πολιτική σε θέματα υγείας με τη συμβολή προγραμμάτων, όπως η διανομή γάλακτος στα σχολεία, η διανομή τροφίμων στους απόρους και το σχέδιο προώθησης της κατανάλωσης φρούτων στα σχολεία, για την προαγωγή της σωστής διατροφής και της υγιούς διαβίωσης. Oσον αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για δημόσια ιδρύματα, όπως σχολεία και νοσοκομεία, πρωταρχικό μέλημα θα πρέπει να αποτελεί –στο μέτρο του δυνατού– η παροχή υγιεινών τροφίμων τοπικής προέλευσης, πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά. Η ΚΓΠ, καθώς και άλλες πολιτικές, για την υγεία στις αγροτικές περιοχές, μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο μέσω δράσεων σχετικά με τους κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες της υγείας. Είναι άλλωστε γνωστό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλα κράτη - μέλη, ότι οι αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις στον τομέα της υγείας: η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης στις αγροτικές περιοχές καθώς επίσης η σχέση μεταξύ της γεωργικής οικονομίας και της μετανάστευσης μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινοτήτων με ιδιαίτερες ανάγκες και ανισότητες στον τομέα της υγείας. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η ΚΓΠ μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
Eνα άλλο σημαντικό ζήτημα που προκύπτει είναι και αυτό της αναγνώρισης των αναγκών των ευάλωτων ομάδων και της ιδιαίτερης προσοχής που απαιτείται να επιδειχθεί στις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, των μειονεκτουσών ομάδων μεταναστών και των εθνοτικών μειονοτήτων, των ατόμων με αναπηρία, των ηλικιωμένων και των παιδιών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες και άλλων ευάλωτων ομάδων, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ανισότητες στον τομέα της υγείας ενδέχεται να κάνουν την εμφάνισή τους με την πάροδο του χρόνου. Η κατανόηση της μεταβαλλόμενης φύσης της κοινωνίας και των ανισοτήτων που προκύπτουν εξαιτίας αυτού του φαινομένου είναι μείζονος σημασίας για την αντιμετώπιση ανισοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ενταχθούν οι ανάγκες των ενηλίκων που ζουν απομονωμένοι λόγω διάσπασης της οικογένειάς τους, των ατόμων που στερούνται της ελευθερίας τους, των εγκλείστων σε ιδρύματα ή των ατόμων που ζουν σε αγροτικές περιοχές με φθίνουσα οικονομική βάση. Προσοχή θα πρέπει επίσης να επιδειχθεί στη σημασία που έχει η κατανόηση των κοινωνικών και πολιτισμικών επιρροών που επικρατούν σε διάφορες κοινοτικές ομάδες, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής επίδρασης που μπορούν να έχουν οι εν λόγω επιρροές στην ατομική συμπεριφορά.
Στο πλαίσιο της δράσης για την υποστήριξη των ευάλωτων ομάδων, θα πρέπει να αναγνωρισθεί η αμφισημία του ορισμού των «μεταναστών». Σχετικά με το θέμα των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας, οποιαδήποτε μετακίνηση πληθυσμού –ανεξαρτήτως εάν η μετακίνηση αυτή ξεκίνησε εντός ή εκτός της Ε.Ε.– μπορεί να προκαλέσει κοινωνικά προβλήματα, ανεπαρκή πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης και, επομένως, ανισότητες στον τομέα της υγείας. Οι ομάδες πληθυσμού που μετακινούνται εντός της Ε.Ε. έχουν άνιση πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η στέγαση και μπορούν να μείνουν άστεγες. Η έλλειψη στέγης μπορεί να έχει τεράστια επίδραση στην υγεία. Απαιτείται να αναληφθεί συγκεκριμένη δράση για την εξέταση των αποτελεσμάτων στον τομέα της υγείας των πληθυσμών που μετακινούνται εντός της Ε.Ε.
Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι η παρούσα χρηματοπιστωτική κρίση θα επιτείνει ακόμη περισσότερο τις ανισότητες στον τομέα της υγείας εις βάρος των πολιτών της Ε.Ε. που πλήττονται από την ανεργία, την έλλειψη στέγης ή τη φτώχεια. Εν προκειμένω, θα πρέπει να υπάρξει από τη μεριά του κράτους, των αρμοδίων και εμπλεκομένων φορέων της υγείας μια άμεση αντίδραση και συγχρόνως μια έκκληση για περαιτέρω επενδύσεις ενόψει της χρηματοδότησης προγραμμάτων όπως το ΠΠ7 και το πρόγραμμα Progress, με στόχο να επικουρηθούν οι τοπικές και οι περιφερειακές αρχές για την καταπολέμηση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας – τόσο βραχυπρόθεσμα, κατά την έξοδο από τα τρέχοντα προγράμματα, όσο και πιο μακροπρόθεσμα για την αντιμετώπιση του διευρυνόμενου χάσματος στον τομέα της υγείας.
* Ο κ. Στ. Γεραγώτης είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Βρυξελλών και καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Παβίας στην Ιταλία. Επίσης έχει υπηρετήσει επί σειρά ετών ως υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
ΠΡΕΖΑ TV
20-9-2010
1 σχόλιο:
Το αρθρο του Κυριου ΣΤΡΑΤΟΥ ΓΕΡΑΓΩΤΗ, ειναι πολυ επικαιρο και ενημερωτικο! Σημερα με την συγκυρια της οικονομικης εξαθλιωσης της χωρας μας, ειναι επιτακτικη η αναγκη για δημιουργικες λυσεις και προτασεις για την αναβαθμιση της ποιοτητας της ζωης μας.
Δημοσίευση σχολίου