Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011

ΦΩΝΗ ΣΤΙΣ ΒΩΒΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Αν αναρωτηθούμε πότε ο βωβός κινηματογράφος άρχισε να συνδυάζεται με τη ζωντανή μουσική, θα γυρίσουμε πολλές δεκαετίες πίσω.

Κι αν πάλι αναζητήσουμε τους καλλιτέχνες που στην Ελλάδα «παντρεύουν» την εικόνα με τον ήχο, τότε δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε τον Σάκη Παπαδημητρίου. Την Πέμπτη και Παρασκευή, ο συνθέτης της τζαζ θα επιχειρήσει ξανά να «πλέξει» μελωδίες και αυτοσχεδιασμούς με αξέχαστες στιγμές του βωβού κινηματογράφου μέσα από την παράσταση «Cinepoeme», που παρουσιάζει στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

«Ολοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει βωβή ταινία. Η αλήθεια όμως είναι ότι σχεδόν από την εμφάνιση του κινηματογράφου οι προβολές των ταινιών συνδυάζονται πάντοτε με τη μουσική» επισημαίνει ο Σ. Παπαδημητρίου. «Ο συνθέτης Χανς Αϊσλερ στο βιβλίο του «Composing for the Films» (1947) γράφει ότι στην αρχή οι βωβές ταινίες ήταν τρομακτικές. Σκιές και φαντάσματα αναβόσβηναν σιωπηλά στο λευκό πανί. Ανθρωποι που υπήρχαν και δεν υπήρχαν, κυκλοφορούσαν ελεύθερα και ζούσαν έντονα περιπέτειες και έρωτες. Αλλά και άνθρωποι νεκροί την ίδια στιγμή, αφού δεν ήταν αληθινοί με σάρκα και αίμα. Η μουσική, λοιπόν, χρειάστηκε τότε ως αντίδοτο στη μυστηριώδη δύναμη της εικόνας. Οχι για να καλύψει απλώς την έλλειψη φωνής και ήχου, αλλά για να ανακουφίσει τον θεατή από το πρώτο σοκ και να ξορκίσει τον φόβο που προκαλούσαν το θέαμα και η απειλή της σιωπής. Ο ήχος, λοιπόν, κρίθηκε απαραίτητος».

Στην παράσταση του «Cinepoeme» έχουν συμπεριληφθεί ταινίες του προπολεμικού βωβού κινηματογράφου. Ανάμεσά τους, οι «Etude cinegraphique sur une arabesque» (1929) της Ζερμέν Ντιλάκ, «Film» των Σάμιουελ Μπέκετ και Αλαν Σνάιντερ, «Ο μετανάστης» του Τσάρλι Τσάπλιν, «Η ζωή και ο θάνατος του 9413», του Ρόμπερτ Φλόρεϊ. Οι μουσικοί στο κέντρο της δράσης θα κληθούν να συνοδεύσουν, να σχολιάσουν, να υπογραμμίζουν τα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης.

Και παλαιότερα, πώς ακριβώς λειτουργούσε αυτή η συνύπαρξη; «Το κλασικό πρόσωπο της πρώτης περιόδου είναι ο πιανίστας, ο οποίος επίσης παρακολουθεί ως θεατής την ταινία και επεμβαίνει με τον τρόπο του» σχολιάζει ο Σ. Παπαδημητρίου. «Κάποτε οι ταινίες προβάλλονταν στις αίθουσες των μιούζικ χολ και στα πανηγύρια, ως μέρος του ψυχαγωγικού προγράμματος. Τότε ο πιανίστας έπαιζε συνήθως γνωστές μελωδίες της εποχής ή αποσπάσματα έργων του κλασικού ρεπερτορίου. Φυσικά, προσπαθούσε να διαλέξει θέματα που να ταιριάζουν, όσο το δυνατόν, στο ρυθμό και τη δράση του φιλμ. Μάλιστα, είχαν εκδοθεί συλλογές συνθέσεων ομαδοποιημένων σε κατηγορίες, οι οποίες κάλυπταν τις βασικές ανάγκες. Τα κομμάτια κατατάσσονταν ανάλογα με την ατμόσφαιρα και έτσι ο πιανίστας ή οι μουσικοί εκτελούσαν περίπου στα τυφλά την ανάλογη παρτιτούρα, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στις αλλαγές των σκηνών».

Περιθώριο, άραγε, για αυτοσχεδιασμούς υπάρχει; «Αρχικά ο αυθορμητισμός μάς παρασύρει καθώς βλέπουμε το έργο. Ωστόσο, επειδή πολλές βωβές ταινίες έχουν άψογο μοντάζ, σφικτή δομή και μια αδιάκοπη ροή εναλλασσόμενων σκηνών, καλό είναι η μουσική να κινείται καταλλήλως και να αντικαθρεπτίζει την ιδιαιτερότητα κάθε εικόνας. Ο τελικός χρωματισμός, οι αυξομειώσεις της δυναμικής, οι λεπτομέρειες και τα απρόοπτα, δίνονται αυτοσχεδιαστικά και έχουν άμεση σχέση με την κινηματογραφική ταινία και τις συνθήκες της συγκεκριμένης παράστασης».

«Πράγματι, μόνο εμείς δεν τοποθετούμε τη συμφωνική ορχήστρα στην υπόγεια καταπακτή, κάτω από την κύρια σκηνή, όπως στις όπερες, διότι με αυτόν τον τρόπο οι μουσικοί έχουν το νου τους στον μαέστρο και στα αναλόγια και τα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης ουδόλως τους απασχολούν" λέει ο συνθέτης. «Αντιθέτως, εμείς θέλουμε να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας. Θέλουμε η ταινία να έρχεται από το παρελθόν, αλλά η μουσική κυλάει στο παρόν. Γιατί να μην είναι φανερή η επέμβασή μας; Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε στα υπόγεια. Ο σημερινός θεατής και ακροατής αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθεί μία ιστορία του 1920 με ήχους του 2000. Αγαπάμε την αμεσότητα και συμπάσχουμε με τους χαρακτήρες. Παρακολουθούμε κάθε κίνηση, κάθε λεπτομέρεια στην έκφραση, κάθε αλλαγή ατμόσφαιρας. Δεν εκτελούμε μία σουίτα ανεξάρτητα από τη δράση και την εξέλιξη του έργου. Γι' αυτό συχνά λέω πως "σκηνοθετούμε τη μουσική κι ενορχηστρώνουμε την εικόνα"».

Στην παράσταση συμμετέχουν οι Γεωργία Συλλαίου (τραγούδι, φωνητικά), Χρήστος Γούσιος (ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά), Χρήστος Γερμένογλου (ντραμς, κρουστά).

ΤΗΣ ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ (kusteni@enet.gr)

ΠΡΕΖΑ TV
20-2-2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: