Αντιγράφουμε την καταγγελία/διαμαρτυρία των κρατουμένων ασθενών του Κολαστηρίου, όπως στάλθηκε στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον υπουργό Δικαιοσύνης και τον εισαγγελέα Εφετών.
Η καταγγελία/διαμαρτυρία:
Με την παρούσα θέλουμε να θέσουμε υπόψη σας συγκεκριμένα γεγονότα και πράξεις-αποφάσεις των δικαστικών λειτουργών του Πειραιά (και όχι μόνον) για να διαμαρτυρηθούμε και να καταγγείλουμε όχι μόνον τον τρόπο αντιμετώπισης των κρατουμένων-ασθενών, αλλά και την κακοποίηση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης.
Αναφερόμαστε ειδικά στην αντιμετώπιση των ασθενών και αναπήρων κρατουμένων, υπό το πλέγμα των διατάξεων του Νόμου 4322/2015 και την τροποποίηση απ΄αυτόν των διατάξεων των άρθρων 105 του Ποινικού Κώδικα, ανεξάρτητα από την εκ των υστέρων προσπάθεια βελτίωσης με το άρθρο 23 του Νόμου 4356/2015 και τα νέα προβλήματα που δημιουργούν στην εφαρμογή του οι ίδιοι άνω δικαστικοί λειτουργοί.
Καταγγέλουμε ότι οι δικαστικές αρχές ΑΝΑΙΡΟΥΝ τις πιστοποιήσεις των ΚΕΠΑ.
Από το πλέγμα των νόμων και των λοιπών διατάξεων για τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας και τον προσδιορισμό του χρόνου διάρκειάς του από τις αρμόδιες επιτροπές των ΚΕΠΑ ΔΕΝ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της αναπηρίας χορηγείται επειδή προσδοκάται η… βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς, αλλά ΜΟΝΟΝ όταν η ασθένειά του είναι σε φάση εξέλιξης και δεν μπορεί να προγνωσθεί το επόμενο στάδιο, όπως συμβαίνει στις χρόνιες ασθένειες, όπου ο χρόνος δεν φέρνει βελτίωση, αλλά επιδείνωση ή (στην καλύτερη περίπτωση) σταθεροποίηση.
Οι περιπτώσεις που ο χρόνος μπορεί να φέρει βελτίωση ή και ίαση (ακόμη) του ασθενούς είναι αυτές τις οποίες μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας με την κοινή λογική, όπως π.χ. κάταγμα κλπ, όπου η ανικανότητα για εργασία και η αναπηρία είναι, πράγματι, προσωρινές και διαρκούν μέχρι την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς, κάτι, που, φυσικά, δεν μπορεί να συμβαίνει με τις καρδιοπάθειες ή άλλες χρόνιες παθήσεις.
Επομένως η χορήγηση του ποσοστού αναπηρίας για συγκεκριμένο και όχι για αόριστο χρόνο δεν γίνεται επειδή αναμένεται βελτίωση, αλλά επειδή αναμένεται ΕΞΕΛΙΞΗ της νόσου και (εξ αυτής) της κατάστασης του ασθενούς.
Αντί, λοιπόν, να αυτοσχεδιάζουν υποτάσσοντας την κρίση τους στις δικές τους εμμονές και να καταλήγουν στον πραγματικό, λογικό και νομικό τραγέλαφο της δικής τους αδιέξοδης δοκησισοφίας και ημιμάθειας, θα μπορούσαν να απευθύνουν ένα απλό ερώτημα στο ΚΕΠΑ ή το Υπουργείο Υγείας, για να πληροφορηθούν ΓΙΑΤΙ χορηγείται η περιορισμένη χρονική διάρκεια στις αναπηρίες.
Η αποφυγή της μόνης αυτής έγκυρης πληροφόρησης, εάν είναι τυχαία, είναι ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ και αποδεικνύει ανευθυνότητα και προχειρότητα, ενώ, αν είναι σκόπιμη συνιστά ευθέως παράβαση καθήκοντος και ΚΑΚΟΔΙΚΙΑ εις βάρος της ζωής των κρατουμένων στο ΝΚΚ.
Το νόμιμο καθήκον και η λογική υποχρέωση του εισαγγελέα και του δικαστή είναι να διαπιστώσει αν η κατάσταση της υγείας του νοσούντος κρατουμένου προκύπτει από τα ιατρικά έγγραφα (πιστοποιήσεις ΚΕΠΑ, ιατρικές γνωματεύσεις, κτλ) ή από την οριζόμενη από το νόμο πραγματογνωμοσύνη, και όχι να κρίνει τον νόμο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι εάν οι αρμόδιοι δικαστές και εισαγγελείς είχαν ακολουθήσει την διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της μελλοντικής πορείας του ασθενούς κρατουμένου, δεν θα κατέληγαν σε απόρριψη του αιτήματος χορήγησης της κατ΄άρθρο 110Α ΠΚ, που είναι έωλη και εκ του πονηρού, αφού η, κατά τα άλλα, «αληθής βούληση του νομοθέτη» δεν μπορεί να είναι αυτόνομη, ξεχωριστή, αυθύπαρκτη, ανεξάρτητη και άσχετη με το γράμμα, το πνεύμα και την διαδικασία του νόμου, ως φέουδο, λάφυρο ή προνόμιο του εισαγγελέα και του δικαστή, ούτε και θα υπήρχε η ανάγκη έκδοσης του άρθρου 23 του Ν. 4356/15, ούτε και θα είχαν ταλαιπωρηθεί αδίκως τόσοι ασθενείς κρατούμενοι, κάποιοι από τους οποίους ΠΕΘΑΝΑΝ ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ.
Η πιστοποίηση από τα ΚΕΠΑ ή η πραγματογνωμοσύνη είναι υποχρεωτική από τον νόμο, ο δικαστής ΔΕΣΜΕΥΕΤΑΙ απ’ αυτήν και δεν έχει ούτε το δικαίωμα να την απορρίψει, ούτε την ευχέρεια να κρίνει κατά την δική του συνείδηση το περιεχόμενο και το πόρισμά της, περιοριζόμενος μόνον στο δικαίωμα να διατάξει την συμπλήρωσή της ή την επανάληψή της, από άλλο πραγματογνώμονα, εάν έχει υπόνοιες ότι είναι σκόπιμα μεροληπτική.
Εάν γίνει δεκτό ότι ο εισαγγελέας ή ο δικαστής έχουν το δικαίωμα ή την δυνατότητα της ελεύθερης εκτίμησης των πιστοποιήσων των ΚΕΠΑ ή της πραγματογνωμοςύνης, τότε η εκ του νόμου ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ αυτή πραγματογνωμοσύνη ή πιστοποίηση των ΚΕΠΑ και η εξ αυτής αδιαμφισβήτητη αποδεικτική ισχύς ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ και ΑΝΑΙΡΟΥΝΤΑΙ.
Επομένως η επιχειρούμενη από τους εν λόγω δικαστικούς λειτουργούς κριτική και απαξία της ειδικής πραγματογνωμοσύνης και του πορίσματός της ή των πιστοποιήσεων των ΚΕΠΑ, πέραν της κατά τα άνω μη νόμιμης προσβολής της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος τους, συνιστά και ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ κατά την έννοια του άρθρου 510 παρ 1, Η’ ΚΠΔ, αφού η επιχειρηματολογία και η κριτική αποσκοπεί στην ανατροπή του πορίσματός της και την ουσιαστική και τυπική ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ της διεξαχθείσας ειδικής πραγματογνωμοσύνης ή των πιστοποιήσεων των ΚΕΠΑ, που δεν ανήκουν στην εξουσία ούτε του εισαγγελέα, ούτε του δικαστηρίου.
Καταγγέλλουμε ότι οι δικαστικές αρχές Πειραιά έχουν επιδείξει αδιανόητη και εξωπραγματική κακοποίηση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης στην περίπτωση των ασθενών κρατουμένων για την έκτιση ποινής ισόβιας κάθειρξης, που είναι ανάπηροι με βεβαιωμένο αρμοδίως ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% και οι παθήσεις τους είναι χρόνιες και μη αναστρέψιμες ούτε χρονικά, ούτε ιατρικά, ενώ η κατάσταση της υγείας τους βαίνει συνεχώς επιδεινούμενη χωρίς προοπτικές βελτίωσης, αλλά αντίθετα, με πλήρη βεβαιότητα χειροτέρευσης.
Υπό τις άνω προϋποθέσεις δικαιούνται να εκτίσουν το υπόλοιπο της ποινής τους κατ΄οίκον, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του Νόμου 4322/2015, όπου καθορίζεται, επίσης και η διαδικασία χορήγησης της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής από το Συμβούλιο Εφετών.
Οι όροι της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής καθορίζονται με την παράγραφο 3 του άρθρου 56 του Ποινικού Κώδικα,όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του άνω Ν. 4322/2015.
Από τις άνω διατάξεις είναι προφανές ότι το Συμβούλιο ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ να χορηγήσει την κατ οίκον έκτιση του υπολοίπου της ποινής εφόσον υπάρχει βεβαιωμένο ποσοστό αναπηρίας τούλάχιστον 80%, είτε από το αρμόδιο ΚΕΠΑ, είτε με την καθοριζόμενη στο άρθρο 110Α ΠΚ πραγματογνωμοσύνη.
Η διαδικασία χορήγησης του δικαιώματος αυτού δεν υπόκειται, κατά το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, αλλά και την RATIO LEGIS του ίδιου του νομοθέτη, σε καμία άλλη προϋπόθεση και όρο, παρά μόνον στην εξέταση από το Συμβούλιο, της συνδρομής ή μη των οριζομένων στην διάταξη τυπικών «προσόντων» του καταδίκου, δηλαδή, την ποινή, το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε, τον χρόνο της πραγματικής κράτησής του και το ποσοστό αναπηρίας του.
Εν ολίγοις δεν απαιτείται η εξέταση από το Συμβούλιο της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων των άρθρων 106 και 107 του Ποινικού Κώδικα, όχι μόνον διότι δεν προβλέπεται από την άνω ειδική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 110Α ΠΚ, αλλά και (κυρίως) διότι ΔΕΝ χορηγείται στον κρατούμενο υφ΄όρον απόλυσή του, αλλά ΜΟΝΟΝ άλλοι όροι έκτισης του υπολοίπου της ποινής του, υπό καθεστώς ελεγχόμενης περιορισμένης ελευθερίας, επειδή είναι ασθενής με ποσοστό αναπηρίας τούλάχιστον 80%. Ακριβώς ίδια είναι η αντιμετώπιση των δικαστικών αρχών Πειραιά απέναντι στους κατάδικους των οποίων η απόλυση περιγράφεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 110Α ΠΚ.
Επομένως το Συμβούλιο ΩΦΕΙΛΕΙ να προστρέξει στην εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και του δικονομικού ποινικού δικαίου που ρυθμίζουν ανάλογες καταστάσεις και ζητήματα και όχι να συμπιέζει την λογική, τον νόμο και την δικαιοσύνη συγκρίνοντας και εξισώνοντας ανόμοια και άνισα πράγματα, δεδομένα, καταστάσεις και έννοιες.
Κι αυτό διότι η χορήγηση του δικαιώματος της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής τοποθετείται μεν νομοτεχνικά στις ρυθμίσεις για την υφ΄όρον απόλυση, αλλ΄αυτό γίνεται με την συνειδητή επιλογή του νομοθέτη για να αναδείξει την σπουδαιότητα της ρύθμισης, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας να προάγει τον ΝΟΜΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ όχι μόνον στην κοινωνία, αλλά και στην ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
Ο νομοθέτης, με την διάταξη αυτή, δεν επιβάλλει την απόλυση του βαριά πάσχοντος κρατουμένου, αλλά ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥ σε κατάστημα κράτησης ή νοσοκομείο κρατουμένων και την αντικαθιστά με την κράτησή του στο σπίτι του, όπου και βιώνει ένα ιδιότυπο καθεστώς ελεγχόμενης και άκρως περιορισμένης ελευθερίας.
Συνεπώς και γι αυτόν τον λόγο το Συμβούλιο ΩΦΕΙΛΕΙ να εφαρμόζει τις ρυθμίσεις, τις διατάξεις, την λογική και την ratio legis των άρθρων 557 επ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και (ΚΥΡΙΩΣ) της ΕΣΔΑ, που έχει, μάλιστα, υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Συντ) όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ.
Η εξαίρεση από την εφαρμογή των άρθρων 557 επ ΚΠΔ των κρατουμένων που πάσχουν από βαρειές ασθένειες, που είτε δεν είναι αναστρέψιμες, είτε δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από το υγειονομικό σύστημα των φυλακών, δεν είναι μόνον ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΚΑΙ ΑΛΑΓΗΤΗ, αλλά συνιστά ΚΑΙ απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και γι αυτό αντίθετη με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, γι αυτό και έχει επικριθεί έντονα (βλ. Μ Μαργαρίτη ΕΡΜ ΚΠΔ,1164). Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα και πάγια αποφασίσει ότι στις περιπτώσεις αυτές ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ η διακοπή της κράτησης του καταδίκου (βλ υπόθεση Κ κατά Ελλάδος ΝοΒ 2008, σελ 1253, Peers κατά Ελλάδος, με αριθμό 28.524/1995, Mouisel κατά Γαλλίας με αριθμό 67.623/2001, Hurtado κατά Ελβετίας (Επιτροπή), με αριθμό 280/1994 σειρά Α, Riviere κατά Γαλλίας, με αριθμό 33.834/2003 κλπ).
Να σημειωθεί, ιδιαίτερα, ότι τα εθνικά δικαστήρια (και τα ελληνικά, προφανώς) υποχρεούνται να τηρούν και να εφαρμόζουν απευθείας τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με τις αποφάσεις και την νομολογία του ΕΔΔΑ, αφού αυτό (ΕΔΔΑ) ασκεί, θεσμικά, ουσιαστικά και τυπικά, εποπτικό ρόλο, υποκείμενο μόνον στην αρχή της επικουρικότητας (ΕΔΔΑ: Giorap κατά Μολδαβίας, ΝοΒ 59, σελ. 171, ΑΠ 1085/2010 Νοβ, 49 σελ. 141). Οι κατά την παράγραφο 4 εδ β΄του άνω άρθρου 557 ΚΠΔ όροι για την χορήγηση της διακοπής της κράτησης επιβάλλονται στον κρατούμενο κατά την απόλυτη και δυνητική κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη, όμως περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 110Α ΠΚ οι όροι αυτοί είναι ΚΑΙ ΔΥΝΗΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ. Δυνητικά επιβάλλεται από το Συμβούλιο Εφετών ο όρος της ηλεκτρονικής παρακολούθησης (283Α ΚΠΔ) και αναλόγως οι οριζόμενοι στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 100 ΠΚ και ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ισχύουν εκ του νόμου (χωρίς να χρειάζεται να επιβληθούν ρητά από το Συμβούλιο) οι περιεχόμενοι στην παράγραφο 3 του άρθρου 56 ΠΚ.
Μετά τη ψήφιση του Ν.4322/2015 τον Απρίλιο του 2015 έγιναν δεκτές περίπου 15-16 αιτήσεις που αφορούσαν αποφυλακίσεις κατά το άρθο 110Α ΠΚ, όπως όριζε ο νόμος, ωστόσο από τα μέσα Μαΐου του ίδιου έτους οι αρμόδιες δικαστικές αρχές Πειραιά με διάφορα τεχνάσματα, είτε απορρίπτουν είτε απέχουν από αποφάσεις σε ακριβώς ίδιες υποθέσεις, προβαίνοντας έτσι σε διάκριση και άνιση μεταχείριση μεταξύ των ασθενών κρατουμένων. Πράξεις οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση της υγείας των ασθενών κρατουμένων και την περαιτέρω βλάβη, που σε μερικές περιπτώσεις έχουν επιφέρει μέχρι και τον θάνατο.
Ζητούμε την διενέργεια έρευνας και τον καταμερισμό των ευθυνών για όλες τις δικαστικές αποφάσεις που οδήγησαν είτε στην επιδείνωση της υγείας είτε στον θάνατο ασθενών κρατουμένων του ΝΚΚ.
Καταγγέλουμε επίσης ότι οι δικαστικές αρχές Πειραιά αγνοούν ιατρικές γνωματεύσεις-βεβαιώσεις δημόσιων νοσοκομείων, κρίνοντας αυτές ως άλλοι ιατροί σε αιτήσεις που έχουν γίνει κατά άρθρο 14 παρ. 8 του Ν.4322/2015 καταδικάζοντας έτσι ασθενείς που έχουν απολυθεί κατά άρθρο 110Α ΠΚ σε αργό και βασανιστικό θάνατο, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ΕΣΔΑ.
ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Ο χώρος των φυλακών και το σωφρονιστικό σύστημα εν γένει τελεί υπό την εποπτεία, τον έλεγχο και την ευθύνη της δικαιοσύνης και οι δικαστικοί λειτουργοί επιδεικνύουν παγίως περισσή αυστηρότητα και προσήλωση στην τήρηση των κανόνων που αφορούν τον έλεγχο των πράξεων των κρατουμένων υποδίκων και καταδίκων, φθάνοντας μέχρι σημείου υπερβολής και αδικίας.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιοι αυτοί δικαστικοί λειτουργοί ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ και ΑΝΕΧΟΝΤΑΙ την ύπαρξη καταστάσεων και συνθηκών σε βάρος των κρατουμένων που είναι σε ευθεία αντίθεση με τους διεθνείς και εσωτερικούς κανόνες μεταχείρισής τους και συνιστούν παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων τους που προστατεύονται από το Σύνταγμα, τις Διεθνείς Συμβάσεις και τους νόμους.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα καταδικάσει την χώρα για τέτοιες παραβιάσεις, τις οποίες, όμως, δεν θέλουν να βλέπουν οι δικαστικοί λειτουργοί και, ειδικά, οι εισαγγελείς-επόπτες των σωφρονιστικών καταστημάτων, την ίδια ώρα που αυτοί οι ίδιοι τιμωρούν πειθαρχικά τους κρατουμένους και επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις ακόμη και σ΄αυτούς που καταγγέλλουν τις συνθήκες αυτές.
Εμείς οφείλουμε να διαμαρτυρηθούμε και να καταγγείλουμε όλα αυτά και σας προειδοποιούμε για την άμεση δική μας κινητοποίηση με νόμιμα μέσα και τρόπο διεκδικώντας την πλήρη και ουσιαστική μας δικαίωση.
Κορυδαλλός, 10 Μαρτίου 2016
Οι κρατούμενοι και νοσηλευόμενοι στο ΝΚΚ
http://kollectnews.org/2016/03/10/kolastirio-kataggelia-diamartyria-epistoli/
ΠΡΕΖΑ TV
10-3-2016
Η καταγγελία/διαμαρτυρία:
Με την παρούσα θέλουμε να θέσουμε υπόψη σας συγκεκριμένα γεγονότα και πράξεις-αποφάσεις των δικαστικών λειτουργών του Πειραιά (και όχι μόνον) για να διαμαρτυρηθούμε και να καταγγείλουμε όχι μόνον τον τρόπο αντιμετώπισης των κρατουμένων-ασθενών, αλλά και την κακοποίηση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης.
Αναφερόμαστε ειδικά στην αντιμετώπιση των ασθενών και αναπήρων κρατουμένων, υπό το πλέγμα των διατάξεων του Νόμου 4322/2015 και την τροποποίηση απ΄αυτόν των διατάξεων των άρθρων 105 του Ποινικού Κώδικα, ανεξάρτητα από την εκ των υστέρων προσπάθεια βελτίωσης με το άρθρο 23 του Νόμου 4356/2015 και τα νέα προβλήματα που δημιουργούν στην εφαρμογή του οι ίδιοι άνω δικαστικοί λειτουργοί.
Καταγγέλουμε ότι οι δικαστικές αρχές ΑΝΑΙΡΟΥΝ τις πιστοποιήσεις των ΚΕΠΑ.
Από το πλέγμα των νόμων και των λοιπών διατάξεων για τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας και τον προσδιορισμό του χρόνου διάρκειάς του από τις αρμόδιες επιτροπές των ΚΕΠΑ ΔΕΝ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της αναπηρίας χορηγείται επειδή προσδοκάται η… βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς, αλλά ΜΟΝΟΝ όταν η ασθένειά του είναι σε φάση εξέλιξης και δεν μπορεί να προγνωσθεί το επόμενο στάδιο, όπως συμβαίνει στις χρόνιες ασθένειες, όπου ο χρόνος δεν φέρνει βελτίωση, αλλά επιδείνωση ή (στην καλύτερη περίπτωση) σταθεροποίηση.
Οι περιπτώσεις που ο χρόνος μπορεί να φέρει βελτίωση ή και ίαση (ακόμη) του ασθενούς είναι αυτές τις οποίες μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας με την κοινή λογική, όπως π.χ. κάταγμα κλπ, όπου η ανικανότητα για εργασία και η αναπηρία είναι, πράγματι, προσωρινές και διαρκούν μέχρι την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς, κάτι, που, φυσικά, δεν μπορεί να συμβαίνει με τις καρδιοπάθειες ή άλλες χρόνιες παθήσεις.
Επομένως η χορήγηση του ποσοστού αναπηρίας για συγκεκριμένο και όχι για αόριστο χρόνο δεν γίνεται επειδή αναμένεται βελτίωση, αλλά επειδή αναμένεται ΕΞΕΛΙΞΗ της νόσου και (εξ αυτής) της κατάστασης του ασθενούς.
Αντί, λοιπόν, να αυτοσχεδιάζουν υποτάσσοντας την κρίση τους στις δικές τους εμμονές και να καταλήγουν στον πραγματικό, λογικό και νομικό τραγέλαφο της δικής τους αδιέξοδης δοκησισοφίας και ημιμάθειας, θα μπορούσαν να απευθύνουν ένα απλό ερώτημα στο ΚΕΠΑ ή το Υπουργείο Υγείας, για να πληροφορηθούν ΓΙΑΤΙ χορηγείται η περιορισμένη χρονική διάρκεια στις αναπηρίες.
Η αποφυγή της μόνης αυτής έγκυρης πληροφόρησης, εάν είναι τυχαία, είναι ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ και αποδεικνύει ανευθυνότητα και προχειρότητα, ενώ, αν είναι σκόπιμη συνιστά ευθέως παράβαση καθήκοντος και ΚΑΚΟΔΙΚΙΑ εις βάρος της ζωής των κρατουμένων στο ΝΚΚ.
Το νόμιμο καθήκον και η λογική υποχρέωση του εισαγγελέα και του δικαστή είναι να διαπιστώσει αν η κατάσταση της υγείας του νοσούντος κρατουμένου προκύπτει από τα ιατρικά έγγραφα (πιστοποιήσεις ΚΕΠΑ, ιατρικές γνωματεύσεις, κτλ) ή από την οριζόμενη από το νόμο πραγματογνωμοσύνη, και όχι να κρίνει τον νόμο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι εάν οι αρμόδιοι δικαστές και εισαγγελείς είχαν ακολουθήσει την διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της μελλοντικής πορείας του ασθενούς κρατουμένου, δεν θα κατέληγαν σε απόρριψη του αιτήματος χορήγησης της κατ΄άρθρο 110Α ΠΚ, που είναι έωλη και εκ του πονηρού, αφού η, κατά τα άλλα, «αληθής βούληση του νομοθέτη» δεν μπορεί να είναι αυτόνομη, ξεχωριστή, αυθύπαρκτη, ανεξάρτητη και άσχετη με το γράμμα, το πνεύμα και την διαδικασία του νόμου, ως φέουδο, λάφυρο ή προνόμιο του εισαγγελέα και του δικαστή, ούτε και θα υπήρχε η ανάγκη έκδοσης του άρθρου 23 του Ν. 4356/15, ούτε και θα είχαν ταλαιπωρηθεί αδίκως τόσοι ασθενείς κρατούμενοι, κάποιοι από τους οποίους ΠΕΘΑΝΑΝ ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ.
Η πιστοποίηση από τα ΚΕΠΑ ή η πραγματογνωμοσύνη είναι υποχρεωτική από τον νόμο, ο δικαστής ΔΕΣΜΕΥΕΤΑΙ απ’ αυτήν και δεν έχει ούτε το δικαίωμα να την απορρίψει, ούτε την ευχέρεια να κρίνει κατά την δική του συνείδηση το περιεχόμενο και το πόρισμά της, περιοριζόμενος μόνον στο δικαίωμα να διατάξει την συμπλήρωσή της ή την επανάληψή της, από άλλο πραγματογνώμονα, εάν έχει υπόνοιες ότι είναι σκόπιμα μεροληπτική.
Εάν γίνει δεκτό ότι ο εισαγγελέας ή ο δικαστής έχουν το δικαίωμα ή την δυνατότητα της ελεύθερης εκτίμησης των πιστοποιήσων των ΚΕΠΑ ή της πραγματογνωμοςύνης, τότε η εκ του νόμου ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ αυτή πραγματογνωμοσύνη ή πιστοποίηση των ΚΕΠΑ και η εξ αυτής αδιαμφισβήτητη αποδεικτική ισχύς ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ και ΑΝΑΙΡΟΥΝΤΑΙ.
Επομένως η επιχειρούμενη από τους εν λόγω δικαστικούς λειτουργούς κριτική και απαξία της ειδικής πραγματογνωμοσύνης και του πορίσματός της ή των πιστοποιήσεων των ΚΕΠΑ, πέραν της κατά τα άνω μη νόμιμης προσβολής της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος τους, συνιστά και ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ κατά την έννοια του άρθρου 510 παρ 1, Η’ ΚΠΔ, αφού η επιχειρηματολογία και η κριτική αποσκοπεί στην ανατροπή του πορίσματός της και την ουσιαστική και τυπική ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ της διεξαχθείσας ειδικής πραγματογνωμοσύνης ή των πιστοποιήσεων των ΚΕΠΑ, που δεν ανήκουν στην εξουσία ούτε του εισαγγελέα, ούτε του δικαστηρίου.
Καταγγέλλουμε ότι οι δικαστικές αρχές Πειραιά έχουν επιδείξει αδιανόητη και εξωπραγματική κακοποίηση του Δικαίου και της Δικαιοσύνης στην περίπτωση των ασθενών κρατουμένων για την έκτιση ποινής ισόβιας κάθειρξης, που είναι ανάπηροι με βεβαιωμένο αρμοδίως ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% και οι παθήσεις τους είναι χρόνιες και μη αναστρέψιμες ούτε χρονικά, ούτε ιατρικά, ενώ η κατάσταση της υγείας τους βαίνει συνεχώς επιδεινούμενη χωρίς προοπτικές βελτίωσης, αλλά αντίθετα, με πλήρη βεβαιότητα χειροτέρευσης.
Υπό τις άνω προϋποθέσεις δικαιούνται να εκτίσουν το υπόλοιπο της ποινής τους κατ΄οίκον, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του Νόμου 4322/2015, όπου καθορίζεται, επίσης και η διαδικασία χορήγησης της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής από το Συμβούλιο Εφετών.
Οι όροι της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής καθορίζονται με την παράγραφο 3 του άρθρου 56 του Ποινικού Κώδικα,όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του άνω Ν. 4322/2015.
Από τις άνω διατάξεις είναι προφανές ότι το Συμβούλιο ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ να χορηγήσει την κατ οίκον έκτιση του υπολοίπου της ποινής εφόσον υπάρχει βεβαιωμένο ποσοστό αναπηρίας τούλάχιστον 80%, είτε από το αρμόδιο ΚΕΠΑ, είτε με την καθοριζόμενη στο άρθρο 110Α ΠΚ πραγματογνωμοσύνη.
Η διαδικασία χορήγησης του δικαιώματος αυτού δεν υπόκειται, κατά το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, αλλά και την RATIO LEGIS του ίδιου του νομοθέτη, σε καμία άλλη προϋπόθεση και όρο, παρά μόνον στην εξέταση από το Συμβούλιο, της συνδρομής ή μη των οριζομένων στην διάταξη τυπικών «προσόντων» του καταδίκου, δηλαδή, την ποινή, το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε, τον χρόνο της πραγματικής κράτησής του και το ποσοστό αναπηρίας του.
Εν ολίγοις δεν απαιτείται η εξέταση από το Συμβούλιο της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων των άρθρων 106 και 107 του Ποινικού Κώδικα, όχι μόνον διότι δεν προβλέπεται από την άνω ειδική διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 110Α ΠΚ, αλλά και (κυρίως) διότι ΔΕΝ χορηγείται στον κρατούμενο υφ΄όρον απόλυσή του, αλλά ΜΟΝΟΝ άλλοι όροι έκτισης του υπολοίπου της ποινής του, υπό καθεστώς ελεγχόμενης περιορισμένης ελευθερίας, επειδή είναι ασθενής με ποσοστό αναπηρίας τούλάχιστον 80%. Ακριβώς ίδια είναι η αντιμετώπιση των δικαστικών αρχών Πειραιά απέναντι στους κατάδικους των οποίων η απόλυση περιγράφεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 110Α ΠΚ.
Επομένως το Συμβούλιο ΩΦΕΙΛΕΙ να προστρέξει στην εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και του δικονομικού ποινικού δικαίου που ρυθμίζουν ανάλογες καταστάσεις και ζητήματα και όχι να συμπιέζει την λογική, τον νόμο και την δικαιοσύνη συγκρίνοντας και εξισώνοντας ανόμοια και άνισα πράγματα, δεδομένα, καταστάσεις και έννοιες.
Κι αυτό διότι η χορήγηση του δικαιώματος της κατ΄οίκον έκτισης της ποινής τοποθετείται μεν νομοτεχνικά στις ρυθμίσεις για την υφ΄όρον απόλυση, αλλ΄αυτό γίνεται με την συνειδητή επιλογή του νομοθέτη για να αναδείξει την σπουδαιότητα της ρύθμισης, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας να προάγει τον ΝΟΜΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ όχι μόνον στην κοινωνία, αλλά και στην ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
Ο νομοθέτης, με την διάταξη αυτή, δεν επιβάλλει την απόλυση του βαριά πάσχοντος κρατουμένου, αλλά ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΤΟΥ σε κατάστημα κράτησης ή νοσοκομείο κρατουμένων και την αντικαθιστά με την κράτησή του στο σπίτι του, όπου και βιώνει ένα ιδιότυπο καθεστώς ελεγχόμενης και άκρως περιορισμένης ελευθερίας.
Συνεπώς και γι αυτόν τον λόγο το Συμβούλιο ΩΦΕΙΛΕΙ να εφαρμόζει τις ρυθμίσεις, τις διατάξεις, την λογική και την ratio legis των άρθρων 557 επ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αλλά και (ΚΥΡΙΩΣ) της ΕΣΔΑ, που έχει, μάλιστα, υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Συντ) όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ.
Η εξαίρεση από την εφαρμογή των άρθρων 557 επ ΚΠΔ των κρατουμένων που πάσχουν από βαρειές ασθένειες, που είτε δεν είναι αναστρέψιμες, είτε δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν από το υγειονομικό σύστημα των φυλακών, δεν είναι μόνον ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΚΑΙ ΑΛΑΓΗΤΗ, αλλά συνιστά ΚΑΙ απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και γι αυτό αντίθετη με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, γι αυτό και έχει επικριθεί έντονα (βλ. Μ Μαργαρίτη ΕΡΜ ΚΠΔ,1164). Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα και πάγια αποφασίσει ότι στις περιπτώσεις αυτές ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ η διακοπή της κράτησης του καταδίκου (βλ υπόθεση Κ κατά Ελλάδος ΝοΒ 2008, σελ 1253, Peers κατά Ελλάδος, με αριθμό 28.524/1995, Mouisel κατά Γαλλίας με αριθμό 67.623/2001, Hurtado κατά Ελβετίας (Επιτροπή), με αριθμό 280/1994 σειρά Α, Riviere κατά Γαλλίας, με αριθμό 33.834/2003 κλπ).
Να σημειωθεί, ιδιαίτερα, ότι τα εθνικά δικαστήρια (και τα ελληνικά, προφανώς) υποχρεούνται να τηρούν και να εφαρμόζουν απευθείας τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με τις αποφάσεις και την νομολογία του ΕΔΔΑ, αφού αυτό (ΕΔΔΑ) ασκεί, θεσμικά, ουσιαστικά και τυπικά, εποπτικό ρόλο, υποκείμενο μόνον στην αρχή της επικουρικότητας (ΕΔΔΑ: Giorap κατά Μολδαβίας, ΝοΒ 59, σελ. 171, ΑΠ 1085/2010 Νοβ, 49 σελ. 141). Οι κατά την παράγραφο 4 εδ β΄του άνω άρθρου 557 ΚΠΔ όροι για την χορήγηση της διακοπής της κράτησης επιβάλλονται στον κρατούμενο κατά την απόλυτη και δυνητική κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη, όμως περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 110Α ΠΚ οι όροι αυτοί είναι ΚΑΙ ΔΥΝΗΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΙ. Δυνητικά επιβάλλεται από το Συμβούλιο Εφετών ο όρος της ηλεκτρονικής παρακολούθησης (283Α ΚΠΔ) και αναλόγως οι οριζόμενοι στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 100 ΠΚ και ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ισχύουν εκ του νόμου (χωρίς να χρειάζεται να επιβληθούν ρητά από το Συμβούλιο) οι περιεχόμενοι στην παράγραφο 3 του άρθρου 56 ΠΚ.
Μετά τη ψήφιση του Ν.4322/2015 τον Απρίλιο του 2015 έγιναν δεκτές περίπου 15-16 αιτήσεις που αφορούσαν αποφυλακίσεις κατά το άρθο 110Α ΠΚ, όπως όριζε ο νόμος, ωστόσο από τα μέσα Μαΐου του ίδιου έτους οι αρμόδιες δικαστικές αρχές Πειραιά με διάφορα τεχνάσματα, είτε απορρίπτουν είτε απέχουν από αποφάσεις σε ακριβώς ίδιες υποθέσεις, προβαίνοντας έτσι σε διάκριση και άνιση μεταχείριση μεταξύ των ασθενών κρατουμένων. Πράξεις οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση της υγείας των ασθενών κρατουμένων και την περαιτέρω βλάβη, που σε μερικές περιπτώσεις έχουν επιφέρει μέχρι και τον θάνατο.
Ζητούμε την διενέργεια έρευνας και τον καταμερισμό των ευθυνών για όλες τις δικαστικές αποφάσεις που οδήγησαν είτε στην επιδείνωση της υγείας είτε στον θάνατο ασθενών κρατουμένων του ΝΚΚ.
Καταγγέλουμε επίσης ότι οι δικαστικές αρχές Πειραιά αγνοούν ιατρικές γνωματεύσεις-βεβαιώσεις δημόσιων νοσοκομείων, κρίνοντας αυτές ως άλλοι ιατροί σε αιτήσεις που έχουν γίνει κατά άρθρο 14 παρ. 8 του Ν.4322/2015 καταδικάζοντας έτσι ασθενείς που έχουν απολυθεί κατά άρθρο 110Α ΠΚ σε αργό και βασανιστικό θάνατο, κατά παράβαση του άρθρου 2 του ΕΣΔΑ.
ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
Ο χώρος των φυλακών και το σωφρονιστικό σύστημα εν γένει τελεί υπό την εποπτεία, τον έλεγχο και την ευθύνη της δικαιοσύνης και οι δικαστικοί λειτουργοί επιδεικνύουν παγίως περισσή αυστηρότητα και προσήλωση στην τήρηση των κανόνων που αφορούν τον έλεγχο των πράξεων των κρατουμένων υποδίκων και καταδίκων, φθάνοντας μέχρι σημείου υπερβολής και αδικίας.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιοι αυτοί δικαστικοί λειτουργοί ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ και ΑΝΕΧΟΝΤΑΙ την ύπαρξη καταστάσεων και συνθηκών σε βάρος των κρατουμένων που είναι σε ευθεία αντίθεση με τους διεθνείς και εσωτερικούς κανόνες μεταχείρισής τους και συνιστούν παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων τους που προστατεύονται από το Σύνταγμα, τις Διεθνείς Συμβάσεις και τους νόμους.
Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα καταδικάσει την χώρα για τέτοιες παραβιάσεις, τις οποίες, όμως, δεν θέλουν να βλέπουν οι δικαστικοί λειτουργοί και, ειδικά, οι εισαγγελείς-επόπτες των σωφρονιστικών καταστημάτων, την ίδια ώρα που αυτοί οι ίδιοι τιμωρούν πειθαρχικά τους κρατουμένους και επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις ακόμη και σ΄αυτούς που καταγγέλλουν τις συνθήκες αυτές.
Εμείς οφείλουμε να διαμαρτυρηθούμε και να καταγγείλουμε όλα αυτά και σας προειδοποιούμε για την άμεση δική μας κινητοποίηση με νόμιμα μέσα και τρόπο διεκδικώντας την πλήρη και ουσιαστική μας δικαίωση.
Κορυδαλλός, 10 Μαρτίου 2016
Οι κρατούμενοι και νοσηλευόμενοι στο ΝΚΚ
http://kollectnews.org/2016/03/10/kolastirio-kataggelia-diamartyria-epistoli/
ΠΡΕΖΑ TV
10-3-2016
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου